Μνήμες ενός πολεμιστή… η φρίκη του πολέμου και ο Γολγοθάς της αιχμαλωσίας

Του Σπύρου Σωτηρίου

Η ιστορία της Κύπρου βάφτηκε με αίμα. Αθώοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους για τα εγκλήματα άλλων. Το μαύρο Ιούλη του 1974 θρηνήσαμε πολλούς νεκρούς. Κάποιοι πολέμησαν ηρωικά, αντιστάθηκαν στους φασίστες και στον Τούρκο εισβολέα. Πολλοί γλύτωσαν από βέβαιο θάνατο και δεν γράφτηκαν στην ιστορία ως ήρωες-πεσόντες. Πολέμησαν όμως ως ήρωες, βασανίστηκαν, αιχμαλωτίστηκαν και έζησαν για να εξιστορήσουν τα γεγονότα. Η ατόφια καταγραφή της ιστορίας από αυτούς που την έζησαν αποτελεί παράσημο για τους ίδιους και φόρο τιμής για αυτούς που θυσιάστηκαν για προάσπιση της πατρίδας τους…

Ο Θεόδωρος Θεοδώρου είναι Γραμματέας της Συντεχνίας των Οικοδόμων της ΠΕΟ Λεμεσού. Τον Ιούλιο του 1974 ήταν κληρωτός στρατιώτης. Λίγους μήνες μετά την κατάταξη του στην Εθνική Φρουρά τοποθετήθηκε στο 281 Τάγμα Πεζικού στη Μύρτου, ένα τάγμα που πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος τον μαύρο Ιούλη και στο οποίο υπηρετούσαν κυρίως Αριστεροί. Η θητεία στο 281 Τ.Π. θεωρείτο τιμωρία. Απομακρυσμένη περιοχή, ιδιαίτερα για τους Παφίτες και τους Λεμεσιανούς, όπως ήταν ο Θεόδωρος. Εξιστορεί στο Εργατικό Βήμα το δικό του οδοιπορικό από τις 15 Ιουλίου που ξέσπασε το πραξικόπημα μέχρι την 11η Οκτωβρίου 1974 που αφέθηκε ελεύθερος από την αιχμαλωσία. Μέσα από αυτό το οδοιπορικό φαίνεται το μέγεθος της προδοσίας, η θυματοποίηση των κληρωτών και εφέδρων στρατιωτών, το έγκλημα που συντελέστηκε εις βάρος της Κύπρου.

Το πραξικόπημα και η πορεία προς το άγνωστο

«…Στις 15 Ιουλίου το πρωί το τάγμα βρισκόταν έξω στο δάσος στο Θκιόριος για εκπαίδευση. Σε κάποια στιγμή μας δόθηκε εντολή να επιστρέψουμε στο στρατόπεδο. Οι αξιωματικοί μας διέταξαν γύρω στο μεσημέρι να μπούμε στα φορτηγά για να φύγουμε χωρίς να μας πουν που πάμε και για ποιο λόγο. Δεν μας είπαν επίσημα ότι έγινε πραξικόπημα αλλά το ακούσαμε από ψιθύρους. Ξεκινήσαμε για τη Λευκωσία  και πήγαμε στην περιοχή του Χίλτον. Μείναμε εκεί μέχρι το επόμενο πρωί.

Στις 16 Ιουλίου το πρωί επιβιβαστήκαμε ξανά στα φορτηγά και κανένας δεν γνώριζε που μας πήγαιναν. Ξεκινήσαμε με κατεύθυνση το Τρόοδος. Στην πορεία μεγάλωσε η φάλαγγα γιατί προστέθηκαν πυροβόλα και βαρέα όπλα. Επειδή ως διαβιβαστής βρισκόμουν στο αυτοκίνητο με το λοχαγό και επικοινωνούσα με το Τάγμα, ενημέρωνα κατόπιν οδηγιών για την πορεία μας. Εκεί έμαθα ότι πηγαίναμε στην Πάφο επειδή ήταν εκεί ο Μακάριος και έπρεπε να συλληφθεί…»

Η φάλαγγα κατέληξε στο ΚΕΝ Πάφου.

Στις 18 Ιουλίου λάβαμε εντολή να επιστρέψουμε στη Λευκωσία γιατί υπήρχαν πληροφορίες ότι θα κάνουν εισβολή οι Τούρκοι. Αργά το απόγευμα της 19ης Ιουλίου φτάσαμε στην Αθαλάσσα. Κατά τις 11 το βράδυ ο λοχαγός με ειδοποίησε ότι ο λόχος μας, ο 1ος λόχος, θα φύγει και ξεκινήσαμε πάλι προς άγνωστη κατεύθυνση. Γύρω στις 3 το πρωί φτάσαμε σε ένα στρατόπεδο κοντά στην Αγκαστίνα. Εκεί είχαν μείνει λίγοι στρατιώτες. Τους υπόλοιπους τους πήραν προς τη θάλασσα γιατί, όπως τους είπαν, θα γινόταν απόβαση των Τούρκων στην περιοχή Τρικώμου…»

Ξημερώνει η φρίκη του πολέμου

Γύρω στις 5.30 το πρωί της 20ης Ιουλίου άρχισαν οι βομβαρδισμοί. Μετά από λίγο ο λόχος του Θεόδωρου έφυγε μαζί με τους εναπομείναντες στρατιώτες του άλλου τάγματος που βρισκόταν εκεί.

«Όταν ξημέρωσε βρεθήκαμε κοντά στη Μια Μηλιά όπου μας έβαλλαν με πολυβόλα από τα τουρκοκυπριακά χωριά της περιοχής. Κατεβήκαμε από τα φορτηγά και απλωθήκαμε στην αριστερή πλευρά του δρόμου… Ένας στρατιώτης κτυπήθηκε και πέθανε μετά από λίγο. Εγώ είχα στην πλάτη μου τον ασύρματο. Κάποια στιγμή μια σφαίρα κτύπησε τον ασύρματο. Γλύτωσα για μερικά εκατοστά από τη σφαίρα. Προχωρήσαμε λίγο και καταλήξαμε στο χωριό. Εκεί δημιουργήσαμε νέα φάλαγγα με οκτώ-εννιά φορτηγά και ξεκινήσαμε προς το Δίκωμο.»

Ο λοχαγός τους, επικοινωνούσε συνεχώς με τον διοικητή ο οποίος δεν βρισκόταν μαζί τους αφού έμεινε μαζί με το υπόλοιπο τάγμα στην Αθαλάσσα. Να σημειώσουμε ότι αργότερα, στην προσπάθεια του τάγματος να επιστρέψει στη Μύρτου, η φάλαγγα δέχθηκε ανελέητο βομβαρδισμό από την Τουρκική αεροπορία και είχαν σκοτωθεί περίπου οι μισοί στρατιώτες.

Επιχείρηση στα τυφλά για κατάληψη των πολυβολείων

«Εμάς διοικητής μας κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν ο λοχαγός μας και ένας λοχαγός από το άλλο τάγμα που στρατοπέδευε στην Αγκαστίνα. Ο λόχος μας μαζί με την άλλη μονάδα ξεκινήσαμε προς το Δίκωμο. Λίγο πριν το Δίκωμο είχαμε διαταγή ότι πάση θυσία πρέπει να αποκόψουμε τον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας από την Κερύνεια. Έπεφταν αλεξιπτωτιστές από το πρωί σε αυτή την περιοχή. Έπρεπε τη νύχτα να πιάσουμε τα πολυβολεία που υπήρχαν κατά μήκος της περιοχής.

Γύρω στις 12 τα μεσάνυκτα ξεκινήσαμε με τα πόδια να κατεβούμε το ύψωμα που κατέληγε σε ένα αρκάτζι. Πήγαμε μέχρι το αρκάτζι και εκεί άρχισαν τα πολυβόλα να βάλλουν προς το μέρος μας. Αφού ρίξαμε και εμείς πυροβολισμούς και κάποιες χειροβομβίδες, γύρω στις 1.30 με 2 τα ξημερώματα απαγκιστρωθήκαμε και επιστρέψαμε πίσω.»

Το πρωί της 21ης Ιουλίου ξεκίνησε η τουρκική αεροπορία να πετά πάνω από τον Πενταδάκτυλο και να κάνει βυθίσεις για να πολυβολήσει την περιοχή…

«Είχαμε φτιάξει πρόχειρα φυλάκια με πέτρες. Σε μια «βύθιση» του αεροπλάνου, μπήκαμε πίσω από τις πέτρες. Ο πολυβολισμός ξεκίνησε από εκεί που ξεκινούσαν οι στρατιώτες μας και τελείωσε εκεί που τελείωνε η γραμμή μας με τη διαφορά ότι οι σφαίρες κτύπησαν το έδαφος λίγα μέτρα μπροστά μας. Εάν οι σφαίρες έπεφταν στη γραμμή των στρατιωτών δεν θα ζούσε κανείς. Η αίσθηση αυτή ήταν ανατριχιαστική.»

Ελεύθεροι σκοπευτές που σκορπούσαν το θάνατο

«Το μεσημέρι της 21ης Ιουλίου μας μάζεψαν στα αυτοκίνητα και μας είπαν ότι θα πάμε στο Συγχαρί.

Όταν φτάσαμε στο Συγχαρί μας είπαν ότι μια διμοιρία καταδρομέων έκανε επίθεση για να πιάσει την Αλωνάγρα -μεγάλο φυλάκιο που επάνδρωναν οι Τούρκοι- και πήγαμε για να τους ενισχύσουμε. Μιλάμε για ένα βραχώδες τοπίο με πεύκα και αόρατους (είδος δέντρου). Εκεί, ανέβηκα σε ένα σημείο και ήμουν μαζί με ένα ολμιστή και ένα Έλληνα λοχαγό του άλλου τάγματος. Σε κάποια στιγμή ενώ μιλούσα με το λοχαγό που ήταν απέναντι μου σε απόσταση ενός μέτρου, είδα να κόβονται κλαδιά δέντρων από σφαίρες και άκουσα πυροβολισμούς. Ενστικτωδώς έκατσα και φώναξα στο λοχαγό «κάτσε κύριε λοχαγέ». Δεν πρόλαβα όμως να τελειώσω την κουβέντα μου… Ο λοχαγός έπεσε νεκρός με μια σφαίρα στο μέτωπο.

Ύστερα άρχισαν να πυκνώνουν οι πυροβολισμοί και κατάλαβα ότι υπήρχαν ελεύθεροι σκοπευτές. Οι υπόλοιποι απλωθήκαμε πίσω από τις πέτρες. Ούτε καν ξέραμε που ήταν οι Τούρκοι και από που μας πυροβολούσαν. Ένας στρατιώτης από το Λυθροδόντα, ο Γιώργος Παχουλαράς, βρισκόταν σε απόσταση 7-8 μέτρα από εμένα, καλυμμένος πίσω από ένα βράχο. Σε κάποια στιγμή ψήλωσε πάνω και αμέσως δέχτηκε σφαίρα στο κεφάλι και έπεσε νεκρός. Τότε είχαμε βεβαιωθεί ότι μας στόχευαν ελεύθεροι σκοπευτές από μακριά. Όσοι είχαμε οπτική επαφή μεταξύ μας είπαμε ότι έπρεπε να επιστρέψουμε πίσω και να κατεβούμε πιο κάτω. Νωρίς τα ξημερώματα κατεβήκαμε σε ένα λατομείο κοντά στον Κουτσοβέντη που είχε πολλά φορτηγά. Κάποιος στρατιώτης κατάφερε να ξεκινήσει ένα φορτηγό και με αυτό κατεβήκαμε στη Λευκωσία και βρεθήκαμε με άλλους στρατιώτες που ήταν μαζί μας προηγουμένως. Ακολούθως μας πήραν στην περιοχή του αεροδρομίου Λευκωσίας και μας άφησαν εκεί για μερικές μέρες. Εκεί είχαν έρθει και οι συγγενείς του Παχουλαρά και ρωτούσαν εάν τον είχαμε δει…» Ο Θεόδωρος είχε το θλιβερό προνόμιο να ήταν αυτόπτης μάρτυρας της θυσίας του Παχουλαρά και ενημέρωσε τους συγγενείς του *. Μετά τον πόλεμο είχε ενημερώσει επίσης και τους γονείς του Έλληνα λοχαγού που σκοτώθηκε δίπλα του.

Βομβαρδισμοί στην εκεχειρία

Μετά από μερικές μέρες παραμονής στην περιοχή του αεροδρομίου, την περίοδο της εκεχειρίας, ο 1ος λόχος του 281 ενσωματώθηκε και πάλι με το τάγμα του στον Κοντεμένο. Στις μέρες των μαχών το τάγμα ήταν στην περιοχή Πάναγρα, Αγριδάκι. 

«Όταν πήγαμε εκεί υπήρχε γραμμή κατάπαυσης του πυρός. Ένας χωμάτινος δρόμος ένωνε το Αγριδάκι με τον Κοντεμένο και είχε ναρκοθετηθεί στην εκεχειρία. Μας έστειλαν να αλλάξουμε τους στρατιώτες στη γραμμή κατάπαυσης του πυρός και να επανδρώσουμε τις θέσεις τους. Στο χώρο αυτό υπήρχαν δύο BTR (οχήματα μεταφοράς προσωπικού). Όταν πήγαμε εκεί ανέλαβα διαβιβαστής ενός άλλου λοχαγού.

Την πρώτη μέρα έσκαψα ένα όρυγμα και τοποθέτησα μπροστά μερικές πάλες σανού, μια κουβέρτα για σκιά και τον ασύρματο μου. Εκείνες τις μέρες περνούσε από πάνω μας ένα ελικόπτερο το οποίο είχε μέσα Έλληνες και Τούρκους αξιωματικούς που οριοθετούσαν την περιοχή για την κατάπαυση του πυρός ρίχνοντας κάποια αντικείμενα από ψηλά. Μόλις απομακρυνόταν το ελικόπτερο οι Τούρκοι έβαλλαν με τους όλμους. Κάθε 5-6 λεπτά έπεφταν τρείς όλμοι σε διάφορα σημεία.

Ο λοχαγός μου είπε ότι θα χρησιμοποιήσει ο ίδιος το όρυγμα μου και να σκάψω άλλο όρυγμα για τον εαυτό μου. Μόλις τελείωσα το όρυγμα σε απόσταση 4-5 μέτρων από το προηγούμενο, ξεκίνησαν πάλι οι επιθέσεις. Εκείνες τις μέρες σκοτώθηκαν από τους όλμους μερικοί στρατιώτες που ήταν μαζί μας. Είχαμε μάθει από τον ήχο του όλμου αν ήταν κοντά ή μακριά από το σημείο που βρισκόμασταν. Δυο μέρες πριν τη δεύτερη εισβολή σε μια από τις επιθέσεις κατάλαβα ότι ο όλμος ήταν κοντά μου. Έτρεξα και κρύφτηκα κάτω από το BTR. Άκουσα τρείς εκρήξεις πίσω μου και είδα ότι το όρυγμα μου είχε διαλυθεί.»

Δεύτερη εισβολή και προέλαση των Τούρκων

«Στις 13 Αυγούστου το βράδυ ήρθε ένας λόχος εφέδρων για να μας αλλάξει και εμείς πήγαμε πίσω στο χωριό, στον Κοντεμένο.

Στις 14 Αυγούστου το πρωί ξεκίνησε η δεύτερη εισβολή. Τα αεροπλάνα βομβάρδιζαν συνεχώς ενώ ξεκίνησαν και τα τανκς να έρχονται από το δρόμο που είχαμε ναρκοθετήσει. Εμείς βάλλαμε με τα πολυβόλα και βλέπαμε από μακριά το τουρκικά τανκς και τους στρατιώτες να μας πλησιάζουν. Αρκετοί Τούρκοι έπεφταν νεκροί αλλά συνέχισαν να προελαύνουν. Οι αξιωματικοί αποφάσισαν ότι θα αποσυρθούμε προς τα πίσω στην περιοχή της Μόρφου. Ξεκινήσαμε αργά το απόγευμα να πηγαίνουμε νοτιοδυτικά και το βράδυ μπήκαμε σε μια κοιλάδα. Σε ένα σημείο που υπήρχε ποταμός και μερικά δέντρα, τοποθετήσαμε τα αυτοκίνητα για να μην φαίνονται από ψηλά.»

Ο διοικητής έφυγε αλλά η εντολή του ήταν… «μείνετε στις θέσεις σας»!

Το πρωί της 15ης Αυγούστου ξεκίνησαν και πάλι οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί…

«Εγώ βρισκόμουν σε ένα πρανές μαζί με τον λοχαγό και ένα ανθυπολοχαγό. Δυο άλλοι ανθυπολοχαγοί πήγανε σε διπλανά υψώματα με ασύρματους για να μας ενημερώνουν και εμείς με τη σειρά μας να ενημερώνουμε τον διοικητή του τάγματος ο οποίος υποτίθεται ότι βρισκόταν πιο πίσω από εμάς. Εκ των υστέρων έμαθα ότι συνέχισε την πορεία του όλη τη νύκτα και είχε φτάσει στην περιοχή της Κακοπετριάς!

Το πρωί που ξεκίνησαν οι αεροπορικές επιθέσεις επικοινωνούσα συνεχώς με τους άλλους δυο ασυρματιστές παρατηρητές και ενημέρωνα τον διοικητή κάθε δέκα λεπτά, χωρίς να γνωρίζω που ήταν αυτός. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τις δέκα το πρωί. Κάποια στιγμή είπα στο λοχαγό ότι δεν ήταν καλός ο τόπος μας γιατί δεν είχαμε καθόλου κάλυψη. Στο μεταξύ χάθηκε η επικοινωνία με τους άλλους δυο ασυρματιστές ενώ ο διοικητής, μου έλεγε συνεχώς μέσω του ασύρματου ότι έπρεπε να μείνουμε στις θέσεις μας.»

Οι κάνες των τανκς και η σύλληψη

Σε κάποια στιγμή ο Θεόδωρος άκουγε μόνο τούρκικα από τον ασύρματο και κατάλαβε ότι οι Τούρκοι  ήταν κοντά…

«Μετά από λίγα λεπτά άκουσα μηχανές και ξεκίνησα να ανεβαίνω προς την κορυφή που βρισκόταν δεκαπέντε-είκοσι μέτρα πάνω από εμάς. Κάπου στη μέση της ανάβασης είδα από πάνω μου δύο κάνες των τανκς να ξεμυτίζουν. Έτρεξα προς τα κάτω και όπλισα το όπλο μου. Όταν κοίταξα προς τα πίσω είδα ολόκληρα τα τανκς και κατάλαβα ότι με βλέπουν. Σημάδεψα για να ανοίξω πυρ και τότε μου φώναξε ο λοχαγός να παραδοθούμε. Πέταξα το όπλο μου και σηκώσαμε τα χέρια ψηλά μαζί με το λοχαγό και τον ανθυπολοχαγό. Περπατήσαμε μερικά μέτρα και σταθήκαμε μπροστά στις κάνες των τανκς. Βρεθήκαμε μπροστά σε καμιά διακοσαριά στρατιώτες με τα όπλα στραμμένα πάνω μας. Σε περίοδο μιας ώρας μαζευτήκαμε καμιά δεκαπενταριά αιχμάλωτοι, οι μισοί στρατιώτες. Καθίσαμε σε ένα αυλάκι, οι μισοί στη μια πλευρά και οι υπόλοιποι στην άλλη και μας σημάδευαν συνεχώς με τα όπλα. Μας έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη και μας έβγαλαν τα ράμματα από τα παπούτσια. Ένας Τούρκος στρατιώτης πήρε τα άρβυλα μου και μου έδωσε τα δικά του που ήταν παλιά και φθαρμένα.»

Ο γολγοθάς της αιχμαλωσίας

Όλη τη νύχτα έμειναν εκεί και ο Τουρκικός στρατός δεν έκανε ούτε βήμα…

«Την επόμενη μέρα το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου οι αιχμάλωτοι μπήκαν σε λεωφορείο. Η δίψα δεν ήταν υποφερτή. Στη διαδρομή υπήρχαν ποτίστρες των ζώων που είχαν μέσα νερό γεμάτο με ποκαλάμες και κόπρανα των κατσικών. Κατέβηκε ένας στρατιώτης και πήρε μια τσίγκενη σίκλα και τη γέμισε με νερό από τις ποτίστρες. Το νερό δεν φαινόταν από τις ακαθαρσίες. Ήμασταν τόσο διψασμένοι που βάζαμε μέσα το κεφάλι μας και ρουφούσαμε το νερό. Στη διαδρομή υπήρχε κόσμος που ήθελε να μας λιντσάρει. Μερικοί κατάφεραν να μπουν και μέσα στο λεωφορείο για να μας κτυπήσουν.

Μας πήραν στο Σεράι, στις φυλακές στη Λευκωσία. Μας έπαιρναν ένα-ένα για ανάκριση. Τις ανακρίσεις έκανε κάποιος με πολιτικά ρούχα που είχε το πιστόλι πάνω στο γραφείο. Μόλις έκατσα μου έδωσε ένα χαστούκι και μου είπε ότι ήταν προειδοποίηση για να μην του πω ψέματα. «Είπες μου ψέματα δεν θα φύγεις από εδώ», μου είπε. Το μόνο που με ρώτησε ήταν σε ποιο τάγμα ήμουν και σε ποιο λόχο. Όταν του είπα ξεκίνησε να μου λέει όλες τις λεπτομέρειες για το τάγμα και το λόχο μου. Ήξερε όλες μας τις κινήσεις από τη μέρα που ξεκίνησε η εισβολή.»

Βασανιστικές οι μέρες και οι νύκτες στα μπουντρούμια της Τουρκίας

Ακολούθως οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στην Τουρκία. Τους πήραν με πλοίο στη Μερσίνα και από εκεί στα Άδανα. Από τα Άδανα κάποιοι πήγαιναν στην Αμάσια. Αυτούς, που ήταν και οι πρώτοι αιχμάλωτοι, τους έδωσαν καθαρά ρούχα…

«Εγώ φορούσα τα ίδια ρούχα από τη μέρα του πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου μέχρι και τις 11 Οκτωβρίου που με απελευθέρωσαν. Εμείς καταλήξαμε στις φυλακές του Αντιγιαμάν στα σύνορα Συρίας και Τουρκίας. Μας πήραν με λεωφορεία με δεμένα χέρια και μάτια, όπως και στις υπόλοιπες διαδρομές από την ώρα που φύγαμε από την Κύπρο. Πολλές οι κακουχίες και τα βάσανα κατά την αιχμαλωσία. Ανυπόφορο το ταξίδι με το πλοίο, η διαδρομή για το Αντιγιαμάν και κυρίως η κράτηση μας στις Τουρκικές φυλακές. Έπεφτε ξύλο καθημερινά, βασανιστήρια. Δεν ξέραμε πότε θα τους κάνει κέφι να μας δείρουν ή αν θα μας σκοτώσουν. Οι μέρες και οι νύκτες ήταν πολύ βασανιστικές.»

Η επιστροφή στην Κύπρο και η απελευθέρωση

Μια βδομάδα πριν να τους απελευθερώσουν τους έφεραν Κύπρο και τους έβαλαν στις αποθήκες του Παυλίδη στη Λευκωσία, δίπλα από την πράσινη γραμμή.

«Στις 11 Οκτωβρίου ήρθαν τα λεωφορεία και μας φόρτωσαν. Πήγαμε πρώτα στο Λήδρα Πάλλας, κατεβαίναμε από τα λεωφορεία και επιβιβαζόμασταν στα λεωφορεία που έφερναν Τουρκοκύπριους αιχμαλώτους από τις ελεύθερες περιοχές για την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Από εκεί μεταφερθήκαμε στην Ξενοδοχειακή Σχολή. Κατά τη διαδικασία της ανταλλαγής αιχμαλώτων δεν ανακοινώνονταν τα ονόματα μας από προηγουμένως. Την ώρα που κατεβαίναμε από τα λεωφορεία ήταν εκεί το ΡΙΚ και λέγαμε το όνομα και την καταγωγή μας και μεταδιδόταν από το ραδιόφωνο.»

«Να δούμε τώρα που αλητεύει ο γιός σου»

Ο πατέρας του Θεόδωρου δεν ήξερε που βρισκόταν ο γιός του, αν ζει ή αν πέθανε στον πόλεμο. Επειδή δεν οδηγούσε, είχε πληρώσει κάποιον για να τον μεταφέρει εκείνες τις μέρες στην προσπάθεια του να βρει τον Θεόδωρο…

«Δεν γνώριζε τι απέγινα. Στις 16-17 Αυγούστου όταν τελείωσε η δεύτερη εισβολή πήγε στην περιοχή Κακοπετριάς όπου είχε καταλήξει το τάγμα μου. Όταν μπήκε μέσα βρήκε ένα αξιωματικό ο οποίος από την περιγραφή κατάλαβα ποιος ήταν (ήταν ένας από αυτούς που εγκατέλειψε το μέτωπο και πήγε με τον διοικητή στην περιοχή της Κακοπετριάς). Ήταν ένας υπαξιωματικός από την Ελλάδα ο οποίος έκανε τα αντικομουνιστικά μαθήματα κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης μας. Όταν του είπε ότι είναι ο πατέρας μου και με ψάχνει αυτός του απάντησε: «Ου, να δούμε τώρα που αλητεύει ο γιός σου».

Ο πατέρας μου έμαθε τελικά μετά από μέρες ότι ήμουν αιχμάλωτος γιατί μας είχε καταγράψει ο Ερυθρός Σταυρός.»

Όταν απελευθερώθηκαν οι στρατιώτες από την αιχμαλωσία, τους ζήτησαν να πάνε πίσω στις μονάδες τους. Ο Μακάριος έδωσε οδηγίες να συνεχιστεί η θητεία τους αλλά να πάνε σε όποια μονάδα επιθυμούν. Ο Θεόδωρος ζήτησε να πάει στο ΚΕΝ Λεμεσού αλλά έπρεπε να πάρει ένα χαρτί από τη μονάδα του…

«Τη μέρα που πήγα εκεί βρέθηκα με ακόμα δυο στρατιώτες από άλλο λόχο που ήταν και εκείνοι αιχμάλωτοι. Ο αξιωματικός υπηρεσίας μας είπε ότι έπρεπε να έρθει άλλος αξιωματικός για να μας ετοιμάσει το χαρτί. Μέχρι να έρθει, είχα πει στους άλλους δυο την κουβέντα που είπε στον πατέρα μου ο υπαξιωματικός από την Ελλάδα. Σαν κουβεντιάζαμε μπήκε μέσα ο συγκεκριμένος υπαξιωματικός που είπε στον πατέρα μου ότι αλητεύω και χωρίς να μας χαιρετίσει μας είπε: «Εσείς είσαστε που παραδοθήκατε στους Τούρκους;». Μόλις ακούσαμε αυτό το πράγμα του επιτεθήκαμε και οι τρείς.»

*Τα οστά του Γεώργιου Παχουλαρά εντοπίστηκαν πρόσφατα και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA. Η κηδεία του ήρωα τελέστηκε τον Νοέμβριο του 2017 στο χωριό του, τον Λυθροδόντα.

ΑΠΟ: Έντυπη έκδοση του Εργατικού Βήματος