Το δρόμο της απορρύθμισης προωθεί και η ίδια η κυβέρνηση

Ποια είναι η κατάσταση σήμερα για τους εργαζόμενους στην Κύπρο; Υπάρχουν καταγγελίες για απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, για αύξηση των εργατικών ατυχημάτων κ.α.

Στην εξαετή διακυβέρνηση Αναστασιάδη – Συναγερμού, η υπόσκαψη της σταθερής μισθωτής απασχόλησης έχει ενταθεί και έχει προωθηθεί η φθηνή, ευέλικτη και απροστάτευτη εργασία με δυσμενέστερους όρους εργασίας, χαμηλότερες αμοιβές, καθώς και σοβαρές ελλείψεις στα μέτρα που λαμβάνονται για προστασία των εργαζομένων από τα εργατικά ατυχήματα, τα οποία αυξάνονται συνεχώς τα τελευταία χρόνια. Το δε ποσοστό των ατόμων που εργάζονται με ευέλικτες μορφές απασχόλησης εκτοξεύτηκε στο 17%.
 

Ποιες είναι οι ευθύνες της Κυβέρνησης για αυτή την κατάσταση;


Οι κυβερνώντες ανέχονται και στηρίζουν σημαντική μερίδα της εργοδοσίας στον ιδιωτικό τομέα η οποία απορρυθμίζει τις εργασιακές σχέσεις και παραβιάζει συστηματικά τις συλλογικές συμβάσεις. Το δρόμο της απορρύθμισης τον δείχνει και τον προωθεί και η ίδια η κυβέρνηση, αφού πλείστες θέσεις στο δημόσιο καλύπτονται είτε με έκτακτο προσωπικό, είτε με τη μέθοδο της μίσθωσης υπηρεσιών, της ψεύτικης δηλαδή, μετατροπής εργαζομένων σε αυτοεργοδοτούμενους. Ενθαρρύνει και υποβάλλει στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους Ημικρατικούς Οργανισμούς να μετατρέψουν τους εργαζόμενους τους που απασχολούνται ως έκτακτοι ή με συμβόλαια, σε αυτοεργοδοτούμενους.

Να σημειώσω επίσης ότι στο πλαίσιο της ευρύτερης απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων που εδώ και χρόνια απεργάζεται αυτή η κυβέρνηση, το τελευταίο διάστημα ξεκίνησε και η προσπάθεια προώθησης της απεργοσπασίας και της ποινικοποίησης του δικαιώματος της απεργίας, ενώ η δογματική εμμονή της για εργασία 7 μέρες την εβδομάδα, ολόχρονα, ξηλώνει το λιανικό εμπόριο και έχει οδηγήσει στο κλείσιμο χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Υπάρχουν στοιχεία για τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας της Κύπρου;
 
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας ένας στους τρεις εργαζόμενους στο δημόσιο είναι έκτακτος, ενώ στον ιδιωτικό τομέα χιλιάδες εργαζόμενοι βρίσκονται εκτός συλλογικών συμβάσεων. Οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης στην Κύπρο δουλεύουν πάνω από 40 ώρες την εβδομάδα, κατατάσσοντας τη χώρα μας στη δεύτερη πιο ψηλή θέση στην Ευρώπη σε εργατοώρες.

Την ίδια στιγμή όμως, η Κυβέρνηση μιλά για μείωση της ανεργίας.

Η ανεργία μπορεί να σημείωσε μείωση, αναλύοντας όμως, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εργασίας, η κατάσταση δεν σηκώνει πανηγυρισμούς. Οι μακροχρόνια άνεργοι αποτελούν το 40,6% των ανέργων, ενώ πολύ ψηλό παραμένει και το ποσοστό στους νέους.

Το τελευταίο διάστημα τίθεται το ζήτημα της θεσμοθέτησης κατώτατου μισθού αλλά η Κυβέρνηση δεν φαίνεται να συμφωνεί.

Στην προσπάθεια για νομοθετική ρύθμιση του κατώτατου μισθού ο Υπουργός Οικονομικών απαντά ότι ο κατώτατος μισθός στην Κύπρο είναι ψηλός. Ο δε Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαντά ότι η κυβέρνηση θα το συζητήσει όταν η ανεργία μειωθεί κάτω από το 5%. Όταν δηλαδή, δεν θα χρειάζεται η ρύθμιση διότι το πρόβλημα θα επιλυθεί από μόνο του αφού η μείωση της ανεργίας φυσιολογικά θα επιφέρει αυξήσεις στους μισθούς λόγω της μεγάλης ζήτησης και λιγότερης προσφοράς.

Παρά τη διαφημιζόμενη ανάπτυξη φαίνεται ότι στην χώρα μας υπάρχει φτωχοποίηση του λαού. Υπάρχουν σχετικά στοιχεία;

Η εκκωφαντική απουσία πολιτικών πραγματικής στήριξης των ευπαθών ομάδων έχει κατατάξει την Κύπρο ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ με τη μεγαλύτερη αύξηση της φτώχειας. Παρά τη μικρή βελτίωση παραμένει γεγονός ότι ένας στους τέσσερεις κατοίκους της Κύπρου εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, παρουσιάζεται στην Κύπρο το φαινόμενο των αστέγων, ενώ χιλιάδες άλλοι Κύπριοι ζουν σε τριτοκοσμικές συνθήκες (130 τουλάχιστον οικογένειες υπέβαλαν αίτηση στέγασης). Επίσης, αρκετά θα είναι τα νοικοκυριά που θα χάσουν την ιδιόκτητη τους κατοικία και μικρή επαγγελματική τους στέγη, τους επόμενους μήνες λόγω των νομοθετημάτων, τα οποία ψήφισαν ο ΔΗΣΥ, το ΔΗΚΟ κ.α. Οι άστεγοι θα διπλασιαστούν και τα προβλήματα θα μεγαλώσουν.

Με βάση τις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το ευρωπαϊκό εξάμηνο, καθώς και τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας, η χώρα μας βρίσκεται ανάμεσα στις πρώτες θέσεις της ΕΕ στον τομέα της κοινωνικής ανισότητας. Σε πολύ ψηλά επίπεδα εξακολουθούν να παραμένουν το ποσοστό των εργαζόμενων φτωχών, της νέας κατηγορίας φτωχών που γέννησε η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Αναστασιάδη – Συναγερμού, το ποσοστό των ατόμων που λόγω οικονομικών δυσκολιών δεν μπορεί να αποπληρώσει λογαριασμούς και δάνεια.

Αρκετή συζήτηση γίνεται για την κοινωνική πολιτική της Κυβέρνησης. Προμετωπίδα της Κυβέρνησης είναι το αμφιλεγόμενο ΕΕΕ. Είναι όντως «επανάσταση» στην κοινωνική πολιτική του κράτους;

Παρά τις προσπάθειες που συνεχώς καταβάλλει η κυβέρνηση Αναστασιάδη – Συναγερμού να πείσει για το success story στην κοινωνική πολιτική και για την λεγόμενη επανάσταση του ΕΕΕ το οποίο έλυσε τα προβλήματα στην κοινωνική προστασία, οι πραγματικότητες που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια συνεχίζουν να είναι τραγικές. Επιβάλλεται η άμεση τροποποίηση της νομοθεσίας του ΕΕΕ ώστε να αυξηθούν τα επιδόματα για να καλύπτουν τις πραγματικές σημερινές ανάγκες όλων των δικαιούχων. Λύση χτες, πρέπει να δοθεί και για την αύξηση της επιδότησης του ενοικίου για λήπτες ΕΕΕ.

Η μονόπλευρη εστίαση των κυβερνώντων στο ΕΕΕ, η αναστολή των στεγαστικών σχεδίων, οι περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες για τους χαμηλοσυνταξιούχους και τις άλλες ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, το κλείσιμο των κρατικών προγραμμάτων κοινωνικής φροντίδας, έχουν ουσιαστικά οδηγήσει σε συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και σε αύξηση της φτώχειας.

Τι πρέπει να γίνει για την κοινωνική πολιτική του κράτους έτσι ώστε να βελτιωθεί αυτή η κατάσταση;

Χρειάζεται επανασχεδιασμός της κοινωνικής πολιτικής για δημιουργία ενός πραγματικού κράτους πρόνοιας και όχι μιας αποσπασματικής κοινωνικής πολιτικής η οποία περιορίζεται μόνο στα επιδόματα. Η Κύπρος χρειάζεται πολιτικές που να στηρίζουν την ανάπτυξη και το κοινωνικό κράτος, να καταπολεμούν την οικονομική και κοινωνική ανισότητα και να διοχετεύουν πόρους στους χαμηλόμισθους και στις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Χρειάζεται να ληφθούν μέτρα που να τερματίζουν τα φαινόμενα της φθηνής απροστάτευτης αρρύθμιστης εργασίας.

Τα κέρδη αποδεδειγμένα αυξάνονται. Τι γίνεται με τους μισθούς και τα ωφελήματα του κόσμου;

Τα κέρδη σημειώνουν αύξηση, ενώ οι μισθοί παραμένουν αισθητά μειωμένοι. Ένας στους τέσσερεις εργαζόμενους (26,1%) αμείβεται με μικτό/ ακάθαρτο μισθό από €500 μέχρι €1,000, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων (το 71,39%) λαμβάνει μικτό μισθό μέχρι €2,000.
 
Ανάμεσα σε αυτούς πολλοί νέοι που θα ήθελαν κάποια στιγμή να αποκτήσουν οικογένεια, αλλά απογοητεύονται βλέποντας την απάθεια των κυβερνώντων μπροστά στο τεράστιο αυτό πρόβλημα που ταλανίζει δεκάδες χιλιάδες συνανθρώπους μας. Ανάμεσα τους και πολλοί χαμηλοσυνταξιούχοι που η ακρίβεια σε συνδυασμό με τις περικοπές στις συντάξεις τους, τους έχουν τσακίσει. Ανάμεσα τους πολλά νοικοκυριά που λόγω των κουρεμένων μισθών δεν μπορούν να καλύψουν τα βασικά αγαθά πρώτης ανάγκης.

Ποιες είναι οι προτεραιότητες του ΑΚΕΛ για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού;

Το ΑΚΕΛ θα συνεχίσει να αγωνίζεται ώστε κανένα νοικοκυριό να μην έχει μισθό ή σύνταξη κάτω από το όριο της φτώχειας. Για τερματισμό των ευέλικτων μορφών απασχόλησης και αντικατάσταση τους από σταθερές, ποιοτικές και μόνιμες θέσεις εργασίας. Για νομοθετική ρύθμιση των συλλογικών συμβάσεων και διασφάλιση ελάχιστων όρων απασχόλησης για όσους δεν καλύπτονται από συλλογική σύμβαση. Για μέτρα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που να στηρίζουν τα νεαρά και χαμηλόμισθα ζευγάρια, τους πολύτεκνους, τους μονογονιούς. Για ουσιαστική βελτίωση των αναπηρικών επιδομάτων και δημιουργία κατάλληλων δομών και προγραμμάτων στήριξης, φροντίδας, αποκατάστασης και ενσωμάτωσης. Για κατάργηση του πέναλτι του 12% τουλάχιστον για τις χαμηλές συντάξεις και τα βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Για σταδιακή εξόφληση των οφειλών του κράτους στο ΤΚΑ και δημιουργία πραγματικού αποθεματικού. Για τερματισμό της λιτότητας και επένδυση στην ανάπτυξη.

Σημ. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εργατικό Βήμα στις 16 Ιανουαρίου